Headlines News :

Κουέντιν Ταραντίνο.

Δημοσίευση από Art and City | Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013 5:20 π.μ.

Η βιογραφία του Κουέντιν Ταραντίνο δεν ακολουθεί τις γνωστές αφηγηματικές συνταγές του είδους. Δίνει όμως μια ευκαιρία στον σκηνοθέτη να απαντήσει σε όσα του καταμαρτυρούν οι πρώην φίλοι του. Γεννήθηκε μια μέρα σαν τη σημερινή το 1963.

Ο Κουέντιν Ταραντίνο ξεκίνησε τις «σπουδές» του στους διαδρόμους ενός πορνοσινεμά όπου εργαζόταν ως ταξιθέτης σε ηλικία 16 ετών. Πήρε «διδακτορικό» δουλεύοντας οκτώ χρόνια πίσω από τον πάγκο ενός βιντεοκλάμπ. Οποιος τον διέκοπτε την ώρα που παρακολουθούσε ταινία κουνγκ φου γινόταν εχθρός του. Με τον ίδιο σεβασμό αντιμετώπιζε βέβαια και τους «μεγάλους κλασικούς» του σελιλόιντ. Αυτό που τον δυσκόλευε κάπως ήταν η προφορά των ξένων τίτλων. Το «Au revoir les enfants» του Λουί Μαλ του θύμιζε«reservoir», λέξη που του φάνηκε πολύ χρήσιμη στην πρώτη του ταινία. Στο βιβλίο ο Ταραντίνο δεν ερμηνεύει τον τίτλο «Reservoir dogs». Απαντά όμως σε όλες τις αιτιάσεις των πρώην φίλων του χωρίς να έχει απολογητικό τόνο. Φαίνεται ότι θέλει μέσα από από τις σελίδες του βιβλίου να «ξεκαθαρίσει» λογαριασμούς από το παρελθόν. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τον συντηρούσαν για χρόνια με τα δανεικά τους. Και εκείνος επαναλαμβάνει στη βιογραφία του: «όχι, δεν μου πλήρωνε κανείς το νοίκι». Η συγγραφέας Τζέιμι Μπέρναρντ είναι κριτικός κινηματογράφου, βραβευμένη με Πούλιτζερ το 1991. Αρθρογραφεί στη «New York Daily News» και έχει συμμετάσχει σε εκπομπές του CNN και του BBC.

Μια πλειάδα προσώπων εμφανίζεται στο βιβλίο με δηλώσεις. Βασίζεται σε συνεντεύξεις περισσότερων από εξήντα προσώπων όπως ο Χάρβεϊ Καϊτέλ, ο Τιμ Ροθ, η Ούμα Θέρμαν, ο Τζον Τραβόλτα. Εμφανίζονται επίσης φίλοι, γνωστοί και συγγενείς που απαντούν στις ερωτήσεις περίπου τριάντα συνεργατών της έκδοσης. Τα πρόσωπα μπαινοβγαίνουν στις σελίδες σαν να ακολουθούν σκηνοθετικές οδηγίες του 34χρονου Κουέντιν: πολλά πρόσωπα και «ατάκες» που διασταυρώνονται δημιουργώντας σύγχυση για το ποιος είπε τι. Θυμίζει τη σύγχυση για το ποιος πυροβόλησε ποιον στην τελευταία σκηνή της πρώτης ταινία του αμερικανού σκηνοθέτη. Εν πάση περιπτώσει εκείνοι που απολαμβάνουν τις βιογραφίες παραδοσιακής αφήγησης μάλλον θα δυσανασχετήσουν με το γρήγορο... μοντάζ των εικόνων που χρησιμοποιούνται στο κείμενο. Εκείνοι πάλι που περιμένουν να διαβάσουν«πιπεράτες» λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής θα πρέπει να αρκεστούν στις ελάχιστες αναφορές σε κάποιες σχέσεις και πληροφορίες του τύπου «ο Κουέντιν ενδιαφέρεται για τονρομαντισμό του ραντεβού» και «δεν χρησιμοποιεί την τωρινή του δημοτικότητα για ναεπωφεληθεί από τις γυναίκες». 

Τα παιδικά χρόνια του Ταραντίνο δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ιδανικά» στο πλαίσιο αστικών αντιλήψεων. Η μητέρα του, μισή Ιρλανδή και μισή Ινδιάνα Τσερόκι, τον απέκτησε σε ηλικία δεκαέξι ετών. «Μέσα σε ελάχιστο χρόνο παντρεύτηκα και έμεινα έγκυος από λάθος και γι' αυτό ο Κουέντιν γεννήθηκε τόσο νωρίς» λέει η Κόνι Μακ Χιου. Πατέρας του παιδιού ήταν ο Τόνι Ταραντίνο, «φοιτητής της Νομικής που ήθελε να γίνει ηθοποιός και εμφανιζόταν αραιά και πού σε παραγωγές του θεάτρου Πασαντίνα... Ο συμβατικός γάμος τους έληξε άδοξα, σχεδόν αμέσως». Η Κόνι παντρεύτηκε ξανά και φιλοξενούσε στο σπίτι και τον μικρό αδελφό της. Λέει: «Στην πραγματικότητα δεν ήμασταν παρά ένα τσούρμο παιδιά που ζούσαμε μαζί».
Οταν όλα τα παιδάκια του σχολείου ζωγράφιζαν λουλούδια για τη Γιορτή της Μητέρας, ο Κουέντιν προτιμούσε να της γράφει μιαν ιστορία. Ηταν μικρά δράματα, δείγματα των σεναρίων που θα ακολουθούσαν: σε όλες τις ιστορίες κάποιος δολοφονούσε τη μητέρα. Στην τρίτη τάξη η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Λος Αντζελες, όχι όμως σε γκέτο όπως άφηνε να εννοηθεί στις πρώτες συνεντεύξεις του. «Θα πρέπει να ήταν ευσεβής πόθος του η προέλευση από το γκέτο, διότι μόλις φορούσε ο Κουέντιν τη μισητή στολή του ιδιωτικού σχολείου ήθελε σαν τρελός να ξεφύγει από τον κόσμο των καλοκουρεμένων θάμνων». Οι επιδόσεις του στο σχολείο έκαναν τη μητέρα του να επαναλαμβάνει ότι «ήταν πολύ καλός ως το νηπιαγωγείο». Ο Ταραντίνο υπερήφανος για τη χαμηλή του απόδοση ισχυριζόταν υπερβάλλοντας ότι έμεινε στην Γ' Γυμνασίου δώδεκα φορές. Στα δεκαοκτώ του ξεκίνησε μαθήματα υποκριτικής.

Επισκέφθηκε τότε έναν πλαστικό χειρουργό, «για να δει αν μπορούσε να κοντύνει το "αποφασιστικό πηγούνι" του, ώστε να βρίσκει περισσότερους ρόλους ως ηθοποιός. Τρία χρόνια αργότερα βρήκε μια θέση στα«Αρχεία βίντεο». Οπως επισημαίνει ο Ρότζερ Αβαρι ­ ένας από τους πολλούς φίλους που καταθέτουν τις απόψεις τους σε αυτό το βιβλίο ­ ο Κουέντιν «ήταν ο ιδανικός υπάλληλος για βιντεοκλάμπ, μια κινούμενη εγκυκλοπαίδεια... Είμαστε η γενιά των βιντεοκλάμπ, αμέσως μετά τη γενιά των σχολών κινηματογράφου, η πρώτη γενιά ανθρώπων που θέλησαν να γίνουν σκηνοθέτες έχοντας μεγαλώσει δίπλα σε κομπιούτερ, σε βίντεο, στη λεωφόρο τηςπληροφορικής».

Οι παλιοί φίλοι και πρώην συνάδελφοι από τα «Αρχεία βίντεο» ισχυρίζονται ότι εκτός από χρήματα ο Κουέντιν «δανειζόταν» και τις ιδέες τους. Ο Στίβο Πόλι ισχυρίζεται ότι πολλοί διάσημοι κινηματογραφικοί διάλογοι του Ταραντίνο προέρχονται από αυτόν: «Πρέπει να προσέχεις τι λες μπροστά στον Κουέντιν, διότι το μαζεύει και το χρησιμοποιεί». Ο αμερικανός σκηνοθέτης αποδεικνύεται ευφυής, απαντώντας εύστοχα ­ και καυστικά ­ σε όλα τα σχόλια. Για τον Πόλι λέει: «Οσο και αν προσπαθούσε, ο Στίβο δεν θα μπορούσε να τα συνδυάσει όλα αυτά». 

Η παρέα του Κουέντιν είχε την ιδέα να φτιάξει μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού με τη βοήθεια του Ραντ Βόσλερ, ο οποίος ήταν αδελφός ενός από τα μέλη της συντροφιάς και είχε πάρει μαθήματα κινηματογράφου στο Κολέγιο του Λος Αντζελες. «Τα γενέθλια του καλύτερού μου φίλου» γυρίστηκαν λίγο μετά τις πρώτες ασπρόμαυρες ταινίες του Σπάικ Λι και του Τζιμ Τζάρμους. Με δανεική κάμερα 16 χιλιοστών και ανάληψη χρημάτων από πιστωτική κάρτα ο Κουέντιν Ταραντίνο έκανε το ντεμπούτο του στο σινεμά: «Στο σχέδιο συμμετείχε αρχικά ως ηθοποιός, όχι ως σκηνοθέτης, γι'αυτό ενθουσιάστηκε και χάρηκε τόσο που σκηνοθέτησε την ταινία, κι ας μην είχε καμία τεχνική γνώση. Δεν ήξερε πώς να κινεί την κάμερα παρακολουθώντας μια συζήτηση, τις βασικές αρχές της σκηνοθεσίας. Δεν γνώριζε καν τον "άξονα", τον κανόνα των 180 μοιρών, κατά τον οποίο η κάμερα παραμένειστη μια πλευρά της δράσης, ώστε να έχει ο θεατής την ίδια προοπτική σ' όλη τη σκηνή».

Κάποιες από τις ιδέες της πρώτης ταινίας χρησιμοποιήθηκαν στο επόμενο σενάριο του Κουέντιν Ταραντίνο, τον «Ιλιγγιώδη έρωτα», που σκηνοθέτησε ο Τόνι Σκοτ το 1993. Αυτή η συνεργασία σηματοδότησε την αρχή του τέλους στις φιλικές σχέσεις του Κουέντιν. Στο εξής όλοι θα προσπαθούσαν να οικειοποιηθούν τις ιδέες του και να αποδείξουν ότι η επιτυχία του οφείλεται κατά ένα μέρος στη συναναστροφή μαζί τους. Το επόμενο σενάριο, οι «Γεννημένοι δολοφόνοι» έγινε το μήλον της Εριδος για τον Ταραντίνο, τον Ολιβερ Στόουν και πολλούς ακόμη που συνεργάστηκαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ο Κουέντιν πούλησε την ιστορία και «ο Ολιβερ Στόουν ξανάγραψε το σενάριο για να το μετατρέψει σε σχόλιο για τη φύση της βίας και τη συνενοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης». 

Τελικά στους τίτλους της ταινίας ο Ταραντίνο αναφέρεται ως «συγγραφέας πρωτότυπης ιστορίας» και ο Στόουν υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Ο Κουέντιν δήλωνε σε κάθε ευκαιρία ότι του κατέστρεψαν το δημιούργημα, αναγκάζοντας τον Στόουν να σχολιάσει: «Πηγαίνοντας σε σχολή κινηματογράφου διδάσκεσαι την ταπεινοφροσύνη, επειδή βλέπεις από πού έρχεσαι και τη μεγάλη παράδοση στην οποία ανήκεις. Μόλις συνειδητοποιήσεις πόσο πολλοί και καλοί κινηματογραφιστές έχουν προηγηθεί, γίνεσαι λιγάκι πιο μετριόφρων στα λόγια». Ο Ταραντίνο απάντησε μιλώντας στο κοινό του Νάσιοναλ Φιλμ Θίατερ του Λονδίνου: «Αν αγαπάς τις ταινίες, μπορείς να φτιάξεις μια καλή ταινία. Δεν χρειάζεται να πας σε σχολή, δεν χρειάζεται να ξέρεις τη διαφορά ενός φακού από ένα σακί πατάτες». 

Το «Reservoir Dogs» γυρίστηκε με παραγωγό τον Λόρενς Τίρνεϊ. Στη διάρκεια των γυρισμάτων ένας γερμανός δημοσιογράφος πήγε στο πλατό για συνεντεύξεις. Το πρώτο πράγμα που ρώτησε ήταν τι σημαίνει ο τίτλος. Ο παραγωγός απάντησε με σοβαρότητα:«Είναι μια πολύ γνωστή αμερικανική έκφραση για τα σκυλιά που τριγυρίζουν γύρω από το ρεζερβουάρ». Το σενάριο ήταν τόσο ενδιαφέρον και οι διάλογοι τόσο πρωτότυποι ώστε να πείσουν καταξιωμένους ηθοποιούς να συμμετάσχουν στην ταινία ενός πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη. Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ που πήρε τον ρόλο του Κυρίου Λευκού σχολίασε: «Ο χειρισμός οκτώ ηθοποιών θα ήταν κατόρθωμα για οποιονδήποτε. Για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη ήταν τεράστιο κατόρθωμα. Ο Κουέντιν είχε απέραντη ενέργεια και ενθουσιασμό». Στη διανομή συμμετείχαν επίσης ο Τιμ Ροθ, στον ρόλο του Κυρίου Πορτοκαλί και ο ίδιος ο Ταραντίνο ως Κύριος Καφετής. 

Η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών 1992. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη οι κριτικοί«μπαίνουν στο κόλπο το τελευταίο ημίωρο της ταινίας. Εχουν ακούσει πόσο σκληρή ταινία είναι, ότι είναι εμπειρία που σου γυρίζει τα σωθικά, δεν περιμένουν λοιπόν να γελάσουν, δεν αφήνουν να τους βγει το γέλιο όταν θέλουν». Η ίδια συνταγή χρησιμοποιείται και στο «Pulp Fiction» το 1994, το οποίο βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα. Μετά τη βράβευση ο Κουέντιν ήθελε να εκφράσει τα ευχαριστήριά του στους «δασκάλους» του: αγόρασε όλες τις ταινίες των «Αρχείων βίντεο» που πτώχευσαν.
Πηγή: tovima.gr
Μοιραστείτε το :

0 σχόλια:

Αφήστε το σχόλιό σας εδώ...

 

Υποστήριξη : About us | Επικοινωνία | Διαφήμιση
Copyright © 2013. ArtandCity.gr - Με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.